Follow by Email

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

ΠΕΡΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ



Οι επόμενες μέρες είναι κρίσιμες για την υπόθεση της ονομασίας των Σκοπίων.
Εγώ βέβαια θα έλεγα ότι είναι κρίσιμες για την γενική πορεία της Ελλάδας και του λαού της.
Η πλειοψηφία του Ελληνικού λαού τάσσετε αναφανδόν κατά της συμφωνίας των Πρεσπών. Ωστόσο η κυβέρνηση Τσίπρα επιμένει να την επικυρώσει, per mare per teras, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τις επιταγές των Γερμανών αλλά και των Αμερικάνων. Δεν μπορώ να καταλάβω πως μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και μάλιστα "αριστερή", περιφρονεί περισσότερο από το 70% του λαού χρησιμοποιώντας τεχνάσματα τύπου Μαδούρο για να επιτύχει την ψήφιση της συμφωνίας. 
Παρακολουθώντας καθημερινά τις εξελίξεις επί του θέματος, δεν έχω δει μέχρι τώρα καμία εμπεριστατωμένη ανάλυση, από μέρους της κυβέρνησης, για τα οφέλη που θα προκύψουν από τη συμφωνία, παρά μόνο συγκεχυμένες αοριστολογίες.
Ούτε όμως και η αντιπολίτευση ορθώνει σοβαρά επιχειρήματα κατά της συμφωνίας εκτός των εθνικιστικών ιαχών για να πείσει τους χαχόλους, που βέβαια αποτελούν την πλειοψηφία.
Ο κ.Μητσοτάκης ποιεί την νήσαν γιατί βέβαια είναι υπέρ της συμφωνίας ασχέτως αν για άγρα ψήφων δεν θα την υπερψηφίσει.  
Όπως και να έχει, για μένα δεν χρειάζονται βαθυστόχαστες αναλύσεις για να με πείσουν ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους γείτονες Σλάβους την υφαρπαγή της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας, για να ικανοποιήσουμε τα σχέδια των Γερμανών. 
Και ας πάψει να πιστεύει ο κ. Τσίπρας ότι οι Γερμανοί θα μας παραχωρήσουν οτιδήποτε. Οι Γερμανοί έχουν μάθει μόνο να παίρνουν και ποτέ να δίνουν.

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΓΩ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΣΤΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Το παρακάτω άρθρο είναι του καταξιωμένου οικονομολόγου Βασίλη Βιλιάρδου και είναι πλήρως  κατατοπιστικό, χωρίς εθνικιστικές κορώνες.  


     Είναι αυτονόητο πως η ενασχόληση, οι αναλύσεις και οι απόψεις σε σχέση με τη συμφωνία της Πρέσπας δεν έχουν κανένα νόημα – αφού το ουσιώδες θέμα είναι η παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας, όπου όλοι γνωρίζουμε πως όταν παραδίδεις όνομα παραδίδεις εθνική κυριαρχία. Σε κάθε περίπτωση, δεν απαιτεί ειδικές γνώσεις ούτε βαθυστόχαστη αναζήτηση επιχειρημάτων το αυτονόητο – το ότι είναι απαράδεκτο ακόμη και να συζητάει κανείς να επιτραπεί σε ένα άλλο κράτος η υφαρπαγή ενός δικού μας ονόματος, άρρηκτα συνδεδεμένου με την ιστορία και τον πολιτισμό μας.
Πόσο μάλλον όταν η συντριπτική πλειοψηφία και των δύο λαών τάσσεται εναντίον, γεγονός που ασφαλώς σημαίνει ότι καμία κυβέρνηση δεν έχει το δικαίωμα να την αγνοήσει – ενώ η εναντίωση στη συλλογική βούληση των λαών συνοδεύεται πάντοτε από αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις και από διακρατικές συγκρούσεις που ασφαλώς θα πρέπει αποφεύγονται. Στα Σκόπια βέβαια δόθηκε η δυνατότητα δημοψηφίσματος, από το οποίο απείχε η συντριπτική πλειοψηφία, με στόχο την ακύρωση της συμφωνίας όπως αναφέρει ρητά το Σύνταγμα τους – χωρίς όμως να γίνει σεβαστή η λαϊκή ετυμηγορία, παρά το ότι είναι αντίθετος με τη συμφωνία ακόμη και ο πρόεδρος τους.
Περαιτέρω, το ότι ένα κράτος έχει αυτο-ονομαστεί αυθαίρετα Μακεδονία, δεν του δίνει το δικαίωμα να αναζητήσει λύσεις – όπως την αναγνώριση της αυθαιρεσίας του από τη χώρα, της οποίας έκλεψε το όνομα. Είναι δε εντελώς αδιάφορο το γεγονός πως αποκαλείται με το κλεμμένο του όνομα από 140 χώρες, όσο δεν αναγνωρίζεται με αυτό το όνομα από κανέναν διεθνή οργανισμό όπως ο Ο.Η.Ε., το ΝΑΤΟ ή η ΕΕ, κυρίως από την ίδια τη χώρα μας – από την οποία είχε η σκοπιανή κυβέρνηση το απίστευτο θράσος να το ζητήσει. Φυσικά τυχόν αναγνώριση εκ μέρους μας θα ήταν έγκλημα, αφού είναι επίσης αυτονόητο πως ένα κράτος με το όνομα «Μακεδονία» είναι ισχυρότερο από μία περιοχή με το ίδιο όνομα – ενώ το «Βόρεια Μακεδονία» οδηγεί στην ύπαρξη μίας «Νότιας Μακεδονίας», οπότε σε ενδεχόμενη επανένωση της και ανεξαρτησία της από την Ελλάδα!
Από τη άλλη πλευρά, αποτελεί κυριολεκτικά παράκρουση η απαίτηση ενός κράτους να του δοθεί η ονομασία «Μακεδονία», όταν το ίδιο δηλώνει επίσημα πως έχει σλάβους κατοίκους και σλαβική γλώσσα – οπότε πως δεν έχει καμία σχέση με τη Μακεδονία, με την ιστορία της, με τον πολιτισμό και με τη γλώσσα της που σαφώς ήταν τα ελληνικά. Θα ήταν σαν να απαιτούσαμε εμείς να ονομασθεί η χώρα μας Ιταλία, δηλώνοντας ταυτόχρονα πως είμαστε Έλληνες, μιλάμε ελληνικά και δεν έχουμε καμία σχέση με τους Ιταλούς – κάτι που φαίνεται τόσο ανόητο, ώστε να αρκεί η κοινή λογική για να κατανοήσει κανείς τον απίστευτο αυτό παραλογισμό.
Συνεχίζοντας, στην απλή ερώτηση σχετικά με το τι θα κερδίζαμε εμείς εάν συμφωνούσαμε με αυτόν τον παραλογισμό, η απάντηση είναι επίσης απλή: απολύτως τίποτα. Όσο για το τι θα χάναμε, η απάντηση δεν είναι καθόλου απλή – μεταξύ άλλων επειδή προκαλείται ένα τέτοιο μίσος του ενός λαού εναντίον του άλλου, καθώς επίσης της μίας ομάδας εναντίον της άλλης στο εσωτερικό της εκάστοτε χώρας που ασφαλώς μπορεί να πάρει επικίνδυνες διαστάσεις. Από οικονομικής πάντως πλευράς, τα ελληνικά σήματα προϊόντων με προέλευση τη Μακεδονία είναι τόσα πολλά, που η ζημία μας θα ήταν ανυπολόγιστη.
Η τρίτη ερώτηση είναι το «ποιός κερδίζει», όπου η απάντηση είναι ακόμη πιο απλή: αποκλειστικά και μόνο η Γερμανία, η οποία επιδιώκει ήδη πριν από το 1940 τη σύνδεση του Δούναβη με τον Αξιό και με τη Θεσσαλονίκη, την οποία της είχε αρνηθεί τότε ο Ι. Μεταξάς– οπότε με το Αιγαίο, με τα ενεργειακά μας αποθέματα και με τους αγωγούς (είναι πάρα πολλά τα χρήματα!). Ο στόχος της είναι επί πλέον η σύνδεση της με τον κινεζικό δρόμο του μεταξιού, όπου υπεισέρχεται και η Τουρκία, η οποία ήταν η πρώτη που αναγνώρισε τα Σκόπια με την ενδεχόμενη νέα ονομασία τους – εύλογα, αφού όλου γνωρίζουμε πως ή Γερμανία δημιουργεί υπόγεια έναν άξονα με το συνήθη σύμμαχο της, με την Τουρκία, ο οποίος σίγουρα δεν θα είναι προς όφελος μας.
Επομένως η αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία ο λόγος του συμβιβασμού της κυβέρνησης μας με τα Σκόπια είναι η εξασφάλιση μας απέναντι στην Τουρκία, όταν θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο, είναι έωλη – όπως επίσης η ενδυνάμωση των οικονομικών μας σχέσεων με τα Σκόπια, όταν υπάρχουν εκεί ήδη 200 ελληνικές επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 20.000 άτομα, ενώ η οικονομία των Σκοπίων εξαρτάται απόλυτα από την ελληνική.
Η τέταρτη ερώτηση είναι γιατί διαπραγματεύεται σήμερα η ελληνική κυβέρνηση, στη χειρότερη δυνατή εποχή της ιστορίας μας από οικονομικής πλευράς και μάλιστα με τέτοια βιασύνη, η οποία θυμίζει τη στρατηγική του «αστραπιαίου πολέμου» των Γερμανών. Αφού ξεκαθαρίσουμε ακόμη μία φορά πως δεν διαπραγματευόμαστε με τα αδύναμα Σκόπια, αλλά με την πανίσχυρη Γερμανία που έχει ήδη υποδουλώσει τη χώρα μας οικονομικά, προφανώς επειδή της έχει ζητηθεί ως αντάλλαγμα για την επιμήκυνση των 96 δις € – καθώς επίσης για την ήπια πολιτική που ακολουθεί όσον αφορά τις υποχρεώσεις μας από τα μνημόνια, όπως στο θέμα των συντάξεων κοκ.
Βέβαια, ακόμη και ένας ανόητος καταλαβαίνει πως δεν υπάρχει θέμα διαπραγμάτευσης ενός προτεκτοράτου, όπως είναι η Ελλάδα με τη μητρόπολη του, με τη  Γερμανία – αλλά μόνο η αναζήτηση τρόπων για να επιβληθούν οι εντολές της μητρόπολης στην αποικία, χωρίς να επαναστατήσουν οι κάτοικοι της.
Στα πλαίσια αυτά είμαστε σίγουροι πως ούτε ο πρωθυπουργός, ούτε ο πρόεδρος της Ελλάδας πιστεύουν σε κάποια ωφέλεια από τη συμφωνία– αλλά πως απλά έχουν σκύψει το κεφάλι τους είτε επειδή εκβιάζονται, είτε λόγω του ότι θέλουν να διατηρηθούν στην εξουσία, είτε για κάποιες άλλες αιτίες που οι ίδιοι γνωρίζουν. Όσον αφορά τους βουλευτές που δεν πιστεύουμε πως το κάνουν για λόγους χρηματισμού ή «καρέκλας», η εντύπωση μας είναι πως έχουν απλά κάποιο πρόβλημα – το οποίο θα έπρεπε να προσέξουν ιδιαίτερα.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, αυτό που έχει σημασία είναι να είμαστε όλοι ανεξαιρέτως την Κυριακή στο Σύνταγμα, στις δύο το μεσημέρι, με αίτημα μας τη μη παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας με κανέναν  τρόπο και με καμία συμφωνία – έχοντας υπ’ όψιν μας πως αυτή η κυβέρνηση που διενέργησε το πρώτο δημοψήφισμα μετά από εκείνο για την κατάργηση της βασιλείας και δεν σεβάστηκε καθόλου το αποτέλεσμα του, μας θεώρησε αρκετά έξυπνους για να την ψηφίσουμε, αλλά εντελώς ηλίθιους για να αποφασίσουμε σε σχέση με το νούμερο ένα εθνικό μας θέμα σήμερα.
Η διαδήλωση δε αυτή θα πρέπει να κλιμακωθεί και να κατακλειστεί η πλατεία Συντάγματος όλες τις επόμενες ημέρες, για να εξασφαλιστεί η μη ψήφιση της συμφωνίας από τη Βουλή – αφού διαφορετικά θα χρησιμοποιηθεί για λόγους εκτόνωσης ενός ετερόκλητου πλήθους, όπως έχει αποκαλέσει η κυβέρνηση όλους εμάς, εκτός από εθνικιστές, πατριδοκάπηλους φασίστες και ότι άλλο τη συμβουλεύουν οι Γερμανοί.